Στη συντήρηση ενός γυάλινου αρχαιολογικού ευρήματος έπειτα από τα σωστικά μέτρα κατά την ανασκαφή είναι απαραίτητο να γίνει η εξέταση του υλικού καθώς και τις μορφές διάβρωσης.
Αφού καθοριστούν αυτές οι παράμετροι η επόμενη διαδικασία είναι ο καθαρισμός και η απομάκρυνση επικαθίσεων.
Το γυαλί που προέρχεται από ανασκαφή βρίσκεται συνήθως σε κομμάτια που προέρχονται από διάφορα σκεύη, κοσμήματα και υαλοπίνακες.
Κάποια είναι υγρά ή βρεγμένα γυαλιά, άλλα είναι στεγνά και μη σαθρά γυαλιά και κάποια είναι μη πορώδη γυαλιά.
Οι διαλυτές επικαθίσεις απομακρύνονται με απιονισμένο νερό,με απαλό τρίψιμο, ανάλογα με την περίπτωση.
Ο καθαρισμός της κρούστας των αδιάλυτων συστατικών γίνεται εκλεκτικά,ώστε αν αποφεύγεται η απομάκρυνση των σμάλτων και των κομματιών του διαβρωμένου γυαλιού.
Αρχικά χρησιμοποιείται ο μηχανικός καθαρισμός ο οποίος γίνεται με νυστέρι, με ξύλινη βελόνα και με μαλακή βούρτσα.
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα του μηχανικού καθαρισμού είναι ότι η διαδικασία ελέγχεται σχεδόν πλήρως και όταν χρειαστεί μπορεί άμεσα να διακοπεί.
Εφαρμόζεται συνήθως για την απομάκρυνση σκληρών επικαθίσεων εφόσων η κατάσταση διατήρησης του γυαλιού επιτρέπει την εφαρμογή πίεσης. Οι επικαθίσεις που δεν μπορούν να αφαιρεθούν χωρίς να τραυματιστεί η επιφάνεια διατηρούνται.
Ο μηχανικός καθαρισμός μπορεί να συνδυαστεί με όλες τις υγρές τεχνικές καθαρισμού πάντα ανάλογα με τις απαιτήσεις και την κατάσταση του αντικειμένου.
Γενικά τόσο οι δραστικοί μηχανικοί καθαρισμοί όσο και οι περισσότερες μέθοδοι χημικού καθαρισμού επιφέρουν σημαντικές αλλοιώσεις στην επιφάνεια των αρχαίων γυάλινων αντικειμένων, επιταχύνουν σε κάποιες περιπτώσεις το μηχανισμό διάβρωσης ή καταστρέφουν ολοκληρωτικά ευαίσθητα διακοσμητικά στρώματα.
Έτσι η προσπάθεια καθαρισμού συχνά χρειάζεται να περιορίζεται στην αφαίρεση των επικαθίσεων με μηχανικά μέσα σε βαθμό που να είναι δυνατή η διέλευση του φωτός.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου