Να γίνει η σύγκριση ανάμεσα στην εικόνα μιας Βυζαντινής Παναγίας και τον πίνακα μιας Παναγίας της Αναγέννησης.
Για να μπορέσουμε να κάνουμε αυτή τη σύγκριση βασική προϋπόθεση είναι να γνωρίσουμε τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής και της αναγεννησιακής ζωγραφικής τέχνης.
Η βυζαντινή τέχνη αναπτύχθηκε στη βυζαντινή αυτοκρατορία για μια χιλιετία. Εξαπλώθηκε στην Μ.Ασία , στον Ελλαδικό χώρο, στη Β. Αφρική και γενικότερα όπου υπήρχε η Βυζαντινή αυτοκρατορία. Έχει επιρροές από τη ρωμαϊκή και την αρχαιοελληνική τέχνη.
Τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά των κανόνων της βυζαντινής τέχνης είναι η θρησκευτικότητα, η αντιπλαστικότητα και ο αντιφυσιοκρατισμός , που έχουν ως στόχο την αύξηση της μνημειακότητας και της αποϋλοποίησης της εικόνας. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, η βυζαντινή τέχνη έγινε κατεξοχήν μέσο για την οπτικοποίηση του υπερβατικού κόσμου και τη διάδοση των μηνυμάτων της νέας θρησκείας και της νέας κοινωνικοπολιτικής ιδεολογίας. Τα έργα της βυζαντινής τέχνης δε φτιάχτηκαν απλώς για να τα θαυμάζουν. Τα έργα φτιάχτηκαν για να καλύψουν ένα ευρύ φάσμα πρακτικών αναγκών ( λατρευτικών, διδακτικών, κοινωνικοπολιτικών και ιδιωτικών). Εκφράστηκαν με τοιχογραφίες, φορητές εικόνες και ψηφιδωτά.
Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στη δημιουργία των τοιχογραφιών είναι κυρίως για να καλύψουν τις θρησκευτικές ανάγκες των πιστών. Όσοι ήταν αγράμματοι, μπορούσαν να καταλάβουν το Ευαγγέλιο μέσω των εικόνων που υπήρχαν στις τοιχογραφίες στους λατρευτικούς χώρους. Επίσης δημιουργούν μια αίσθηση μυσταγωγίας και δέους στον πιστό. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούν τη νωπογραφία που περιλαμβάνει τρία στάδια:
1) Προετοιμασία του τοίχου της επιφάνειας. Αφού βρέξουν τον τοίχο, περνούν τρία χέρια σοβά από τα ψηλότερα σημεία προς τα κάτω. Ο σοβάς αποτελείται από λεπτόκοκκη ποταμίσια άμμο, καλά σβησμένη και νερό.
2) Ο αγιογράφος ετοιμάζει το σχέδιο της παράστασης με τη βοήθεια του ανθίβολου. Τοποθετεί το ανθίβολο στην επιφάνεια, ρίχνει πάνω στο χαρτί τριμμένο κάρβουνο και τέλος αφαιρεί το χαρτί. Το κάρβουνο περνά από τις τρύπες και αφήνει το σχέδιο στον υγρό σοβά. Στη συνέχεια με κόκκινο ή καστανό χρώμα κάνει το περίγραμμα του θέματος πάνω στον σοβά.
3) Αρχίζει τη ζωγραφική σταδιακά εκεί που ο σοβάς είναι υγρός.
Με τον όρο Αναγέννηση εννοούμε το σύνθετο πολιτιστικό, ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο που εμφανίστηκε κατά τον 15ο και το16ο αιώνα στη Δυτική Ευρώπη.
Η τέχνη αποδεσμεύτηκε από τον θρησκευτικό δογματισμό,και η ομορφιά του πραγματικού κόσμου ήταν πλέον το νέο πεδίο της καλλιτεχνικής αναζήτησης. Την εποχή της Αναγέννησης οι καλλιτέχνες προσπαθούσαν να προσεγγίσουν με αντικειμενικό τρόπο το ωραίο,την αρμονία και τη χάρη.Θεωρούσαν ότι οι ιδιότητες αυτές αντανακλούν τα χαρακτηριστικά του πραγματικού κόσμου και του τελειότερου δημιουργήματος της φύσης, δηλαδή του ανθρώπου.
Ο Φλωρεντινός ζωγράφος Ciotto di Bondone αποτίναξε την επιρροή του βυζαντινού συντηρητισμού και ξανοίχτηκε σε ένα καινούριο κόσμο. Ανακάλυψε με τη ζωγραφική του,τη ψευδαίσθηση του βάθους πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια και άλλαξε όλη την αντίληψη αυτής της τέχνης (πώς θα στεκόταν ένας άνθρωπος,τι θα έκανε, πώς θα φαίνονταν στον θεατή μια τέτοια χειρονομία,κλπ.). Θεωρείται ο πατέρας της Δυτικής τέχνης. Αφηγείται με άμεσο, απλό τρόπο τις παραστάσεις του. Απαλλάσσει τα πρόσωπα από την τυποποίηση της βυζαντινής παράδοσης. Τα πρόσωπα έχουν πιο ανθρώπινη λιγότερο υπερβατική όψη. Έχεις την εντύπωση ότι το γεγονός εκτυλίσσεται μπροστά σου. Ο χώρος γίνεται σταθερός και τρισδιάστατος. Η ιδέα λοιπόν της Αναγέννησης γεννήθηκε με τον Ciottο και σημαίνει ότι ένα έργο είναι εξίσου καλό με ξακουστών καλλιτεχνών που επαινούσαν στα βιβλία τους Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς.
Συγκρίνοντας την βυζαντινή αγιογραφία με την αντίστοιχη αναγεννησιακή θρησκευτική ζωγραφική,θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν πολλές και ουσιαστικές διαφορές,οι οποίες καθιστούν την αγιογραφία μια μοναδική τέχνη.
Στα θρησκευτικά θέματα της Δύσης κυριαρχεί ο ρεαλισμός και ο ανθρωπομορφισμός. Όλα ζωγραφίζονται όπως ακριβώς φαίνονται .Τα πρόσωπα των αγίων είναι αμετουσίωτα και κοσμικά, πιστά αντίγραφα των μοντέλων που χρησιμοποίησε ο ζωγράφος. Στην βυζαντινή εικόνα όλα πρέπει να μετασιωθουν σε πνεύμα.. Το ύφος της βυζαντινής εικονογραφίας είχε ποιητικό και λιγότερο κοσμικό. Οι εικόνες δε μοιάζουν με φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες είναι ρεαλιστικές, άψογα αντίγραφα των προσώπων που παριστούν , αλλά εικονίζουν μόνο το επιφανειακό και όχι το εσώτερο. Ο αγιογράφος λαμβάνει υπόψη τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του αγίου, αλλά τα ζωγραφίζει με τέτοιο τρόπο ώστε η εικόνα να προβάλλει περισσότερο την αγιοσύνη και λιγότερο την εξωτερική του εμφάνιση.Στην αναγεννησιακή ζωγραφική όλα τα έργα είναι επηρεασμένα από τα συναισθήματα,τις ιδέες και την ψυχική κατάσταση του καλλιτέχνη,
Στη βυζαντινή αγιογραφία ο ζωγράφος χαλιναγωγεί τη φαντασία του και τα παριστάνει όλα απλά και σεβαστικά. Αποφεύγει να κραυγάσει με λαμπρά και φανταχτερά χρωματα, με ανατομικά άρτιο σχέδιο και περίγραμμα, ρεαλιστικές φωτοσκιάσεις και όμορφα πλασίματα.
Η Βυζαντινή αγιογραφία:
1) Καταργεί το κοσμικό φως. Σε καμία ορθόδοξη εικόνα δεν υπάρχει σκιά.
2) Καταργεί τον κοσμικό χώρο και χρόνο. Η εικόνα διατηρεί τα ιστορικά στοιχεία, αλλά δε δεσμεύεται από αυτό. Ο τριαδικός θεός είναι αχρονος και αχωρητος. Ο χώρος και ο χρόνος είναι ανθρώπινα μεγέθη και έτσι η ορθόδοξη αγιογραφία δε διστάζει να αποδεσμευτεί από την φυσιοκρατική αντίληψη της κοσμικής τέχνης.
3) Καταργεί την προοπτική. Δεν τηρείται η φυσική τάξη των πραγμάτων. Αυτή η αντίστροφη προοπτική δηλώνει το μυστικό βάθος της εικόνας.
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής τέχνης φαίνονται στην Παναγία την Γοργοεπηκόο . Είναι ο πανάρχαιος τύπος της μητέρας με το παιδί της αγκαλιά. Συμβολίζει την αιώνια αναγέννηση και συνέχεια της ζωής,τη νίκη κατά του θανάτου. Την εικόνα της Παναγίας τη δημιούργησε η ευσέβεια και η πίστη. Αυτή απεικονίζεται ιερατικά αυστηρή, απόμακρη και αποπνέει άχραντη νιότη με ευγενικά χαρακτηριστικά, πανσέβαστη Δέσποινα. Δεν υπάρχει σκίαση, ούτε προοπτική και είναι χωρίς συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.
Στην Αναγέννηση χαρακτηριστικό δείγμα είναι η Μαντόνα Ντελ Cranduca.
Η Μαντόνα Ντελ cranduca είναι ένα από τα πιο διάσημα έργα του Ραφαήλ και βρίσκεται στην πινακοθήκη Palatine. Είναι ένα έργο στο οποίο δείχνει όλη του την ικανότητα να αναπαριστά τα ιερά θέματα με άμεσο, ανθρώπινο τρόπο. Εικονίζεται η Παναγιά όρθια με το παιδί στην αγκαλιά της. Το μελαγχολικό της βλέμμα ειναι στραμμένο προς τα κάτω καθώς κρατά το παιδί της προς τον θεατή προσκαλώντας τον να συλλογιστεί το γλυκό, σοβαρό πρόσωπό του. Οι χειρονομίες των δύο υποκειμένων μετρώνται. Παρά την απλότητά της η όλη σύνθεση μεταφέρει τη βαθιά στοργή που τους δένει, καθώς και μια οδυνηρή επίγνωση της μελλοντικής θυσίας του Χριστού.
Η διάσημη Μαντόνα,που απεικονίζεται με τα πιο παραδοσιακά της χρώματα, αναδύεται από το σκοτάδι με τον γιο της στην αγκαλιά της: ανάμεσα στα χρυσά και φωτεινά χρώματα . Και οι δύο έχουν αχνά φωτοστέφανα πάνω από τα κεφάλια τους. Είναι ζωγραφισμένα σε σκούρο φόντο έτσι ωστε ο θεατής να είναι απόλυτα συγκεντρωμένος στη Μαρία και τον Ιησού. Η Μαντόνα είναι ντυμένη με βαθύ μπλε μανδύα και κόκκινο φόρεμα. Φοράει πέπλο στο κεφάλι της και έχει χρυσόξανθα μαλλιά. Το κεφάλι της είναι ελαφρώς γερμένο προς τα εμπρός και φαίνεται να είναι στις σκέψεις της.
Το μωρό Ιησούς κάθεται με ασφάλεια στο αριστερό χέρι της μητέρας του. Μοιάζει με ένα υγιές, παχουλό μωρό και έχει τα χέρια του στο στήθος και τον ώμο της Παναγίας. Φοράει ένα ανοιχτόχρωμο ύφασμα στη μέση του. Κοιτάζει ήρεμα προς την κατεύθυνση του θεατή.Φαινεται να είναι πολύ άνετος στα χέρια της μητέρας του και να μην φοβάται να κοιτάξει τον έξω κόσμο.. Ο πίνακας θαυμάζεται ιδιαίτερα λόγω του πόσο αρμονική και ειρηνική είναι και τη μητρική αγάπη που απεικονίζει.